Προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού

Διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού διεξάγονται από το 1975 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς και των δύο Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου. Η πρώτη Συμφωνία υπογράφτηκε το 1977 από τον Πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς και ήταν αυτή που έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Στόχος ήταν η εγκαθίδρυση ανεξάρτητης, διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με μια κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα είχε ενισχυμένες εξουσίες που θα  διασφάλιζαν την ενότητα της χώρας. Η δεύτερη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου, η οποία συνομολογήθηκε το 1979 μεταξύ του Προέδρου Σπύρου Κυπριανού και του Ραούφ Ντενκτάς συμπεριέλαβε στις πρόνοιες της τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών, την αποστρατιωτικοποίηση καθώς και ικανοποιητικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας. Προέβλεπε ακόμη να δοθεί προτεραιότητα στο θέμα της επιστροφής της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της.

Το 1994 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης και ο Ραούφ Ντενκτάς συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη για συνομιλίες χωρίς ωστόσο  αποτέλεσμα εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας. Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 30.5.1994 όπου αναφέρει ότι: «Αυτή τη στιγμή το Σ.Α. έχει μπροστά του ένα γνωστό σενάριο: την απουσία συμφωνίας η οποία οφείλεται ουσιαστικά στην έλλειψη πολιτικής βούλησης από την τουρκοκυπριακή πλευρά».

Από τον Δεκέμβριο του 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του 2000 πραγματοποιήθηκαν πέντε γύροι συνομιλιών χωρίς ούτε και αυτή τη φορά να υπάρξει πρόοδος λόγω της εμμονής του Τουρκοκύπριου ηγέτη να αναγνωριστεί το παράνομο μόρφωμα των κατεχομένων  ως ξεχωριστό, κυρίαρχο κράτος.

Στις 16 Ιανουαρίου 2002, άρχισαν απευθείας συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, χωρίς όμως και πάλι να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος. Σε μια προσπάθεια ανακίνησης της διαδικασίας, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν παρουσίασε στις δύο πλευρές, στις 16 Νοεμβρίου 2002, λεπτομερές σχέδιο για συνολική διευθέτηση. Το σχέδιο υποβλήθηκε σε αναθεωρημένη μορφή τον Δεκέμβριο 2002 και τον Φεβρουάριο 2003.

Στις 10 Μαρτίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε τον νέο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη σε συνομιλίες στη Χάγη κατά τις οποίες τους ζητήθηκε να εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο να θέσουν το σχέδιο σε χωριστά δημοψηφίσματα. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι το σχέδιο θα πρόσφερε ένα νομικό πλαίσιο που θα διασφάλιζε λειτουργική και διαρκή λύση και ότι τα θέματα ασφάλειας θα επιλύονταν μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, με την υποστήριξη της Τουρκίας, απέρριψε το σχέδιο και αρνήθηκε να το θέσει σε δημοψήφισμα. Ως αποτέλεσμα, οι συνομιλίες ναυάγησαν.

Στις 23 Απριλίου 2003 η τουρκική πλευρά, επιχειρώντας να βελτιώσει το αρνητικό κλίμα εναντίων της μετά από την ευρεία κριτική της διεθνούς κοινότητας και την απογοήτευση των Τουρκοκυπρίων, ανακοίνωσε τη μερική άρση των παράνομων περιορισμών που επέβαλλε ο τουρκικός στρατός από το 1974, στη διακίνηση των Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων από και προς τις κατεχόμενες περιοχές.
 
Το 2004 συμφωνήθηκε στη Νέα Υόρκη η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών στη βάση του δεύτερου αναθεωρημένου Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, αποσκοπώντας σε συμφωνία για ένα τελικό κείμενο. Σε περίπτωση συνεχιζόμενου αδιεξόδου, ακόμα και μετά την ανάμιξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διαδικασία, ο Κόφι Ανάν, ασκώντας τη διακριτική εξουσία του, θα οριστικοποιούσε το κείμενο. Στη συνέχεια οι δύο κοινότητες θα αποφάσιζαν σε χωριστά, ταυτόχρονα δημοψηφίσματα.
 
Η προοπτική άσκησης επιδιαιτητικού ρόλου από τον Γενικό Γραμματέα αποδείχτηκε αντιπαραγωγική. Δεν διεξήχθησαν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ούτε στην Κύπρο ούτε και στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας, αφού η τουρκική πλευρά ανάλωσε τον χρόνο υποβάλλοντας αιτήματα αντίθετα προς τις βασικές αρχές του Σχεδίου και με όσα είχαν μέχρι τότε συμφωνηθεί (agreed trade offs). Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ κατέθεσε το τελικό κείμενο (Ανάν V) στις δύο πλευρές στις 31 Μαρτίου 2004. Στις 24 Απριλίου 2004 διενεργήθηκαν χωριστά δημοψηφίσματα στις δύο κοινότητες. Με ποσοστό 64.9% οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το σχέδιο ενώ με καθαρή πλειοψηφία του 75,8% οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν.
 
Το «όχι» των Ελληνοκυπρίων δεν ήταν απόρριψη της επανένωσης του νησιού η οποία παραμένει ο πρωταρχικός στόχος. Ήταν η έκφραση πραγματικών ανησυχιών για ένα Σχέδιο με σοβαρά μειονεκτήματα. Οι ανησυχίες αφορούσαν κυρίως στο ότι το Σχέδιο δεν προέβλεπε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο ούτε καταργούσε το δικαίωμα ξένων δυνάμεων για μονομερή επέμβαση, δεν πρόσφερε επαρκείς εγγυήσεις για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της κάθε πλευράς, δεν προέβλεπε την αποχώρηση Τούρκων εποίκων από την Κύπρο (αντίθετα νομιμοποιούσε το διεθνές αυτό έγκλημα καθώς και τη μόνιμη εισροή εποίκων από την Τουρκία), δεν διασφάλιζε τη λειτουργικότητα του κράτους χωρίς αδιέξοδα ή περιορισμούς στην ψήφο με βάση την εθνικότητα, δεν διασφάλιζε το δικαίωμα όλων των Κυπρίων να αποκτήσουν περιουσία και να ζήσουν στον τόπο της επιλογής τους χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς, το σύστημα ανάκτησης περιουσίας δεν αναγνώριζε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους το 1974, ενώ το σύστημα αποζημιώσεων προέβλεπε οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι να χρηματοδοτήσουν την αποκατάστασή τους.

Η λύση στο Κυπριακό πρόβλημα πρέπει να είναι δημοκρατική , δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη. Πρέπει επίσης να είναι συμβατή με τους νόμους και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Κύπρος πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο, ενιαίο κράτος με μια κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα. Επίσης η λύση δεν θα πρέπει να αναγνωρίζει επεμβατικά δικαιώματα σε οποιαδήποτε χώρα. Η Κύπρος δεν θα πρέπει να είναι όμηρος της Τουρκίας ή άλλων ξένων συμφερόντων.

Το 2005 πραγματοποιήθηκαν διάφορες επαφές και συναντήσεις διερευνητικού χαρακτήρα με αξιωματούχους των Ηνωμένων Εθνών. Το αποκορύφωμα των προσπαθειών αυτών ήταν η συνάντηση στη Λευκωσία του Προέδρου Παπαδόπουλου με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στις 8 Ιουλίου 2006 στην παρουσία του Βοηθού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Ibrahim Gambari. Κατά τη συνάντηση, συμφωνήθηκε Δέσμη Αρχών με βάση την οποία θα προετοιμαζόταν το έδαφος για νέες συνομιλίες. Οι δύο ηγέτες δεσμεύτηκαν, μεταξύ άλλων, να εργαστούν για την επανένωση της Κύπρου στη βάση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και πολιτικής ισότητας όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Συμφώνησαν επίσης την άμεση έναρξη συζήτησης σχετικά με θέματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του λαού.

Ωστόσο, οι συνεχείς προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους, η εμμονή στον μύθο της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων, καθώς και οι αδιάλλακτες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, δεν συνέβαλαν στις προσπάθειες υλοποίησης της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, ούτε στην υλοποίηση της επιδίωξης μιας κοινώς αποδεκτής, δίκαιης και λειτουργικής λύσης.
 
Στις 15 Νοεμβρίου 2006, ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις, Ibrahim Gambari υπέβαλε προτάσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος εξέφρασε την ετοιμότητα του να συμβάλει εποικοδομητικά στη διαδικασία. Οι προτάσεις του κ. Gambari προέβλεπαν την άμεση έναρξη της διαδικασίας με ταυτόχρονες διακοινοτικές συνομιλίες σε θέματα καθημερινότητας και  σε θέματα ουσίας καθώς και, ανάλογα με την πρόοδο, την έναρξη συνολικών διαπραγματεύσεων. Προέβλεπε επίσης ότι όλα τα θέματα που θα παρουσίαζε η κάθε πλευρά θα αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης και ότι η διαδικασία θα εξαρτιόταν από τις δύο κοινότητες. Η διαδικασία δεν προχώρησε καθώς παρά τις προσπάθειες της κυπριακής κυβέρνησης και των Η.Ε. δεν κατέστη δυνατό να ξεπεραστούν τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά την προπαρασκευαστική περίοδο λόγω του ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά αμφισβητούσε βασικά στοιχεία της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου.

Τον Φεβρουάριο του 2008, ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, αμέσως μετά την εκλογή του επεδίωξε συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Κατά τη συνάντηση τους στις 21 Μαρτίου 2008, αποφασίστηκε να προχωρήσει η σύσταση ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών και να καταρτιστεί κατάλογος των θεμάτων προς εξέταση. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί νέα συνάντηση σε τρεις μήνες για να αξιολογηθεί η πρόοδος με στόχο να καταστεί δυνατή η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η διάνοιξη της οδού Λήδρας.
 
Στις 3 Απριλίου 2008 η δίοδος στην οδό Λήδρας άνοιξε, ενώ στις 18 Απριλίου άρχισαν να λειτουργούν έξι ομάδες εργασίας και επτά τεχνικές επιτροπές. Ελλείψει προόδου που να δικαιολογούσε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστόφια οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν ξανά στις 23 Μαΐου 2008, στην παρουσία του Ειδικού Αντιπροσώπου του ΟΗΕ στην Κύπρο Taye-Brook Zerihoun. Κατά τη συνάντηση επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση για τη δημιουργία δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με μια κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα, μια υπηκοότητα και με πολιτική ισότητα, όπως αυτή περιγράφεται στα ψηφίσματα του Σ.Α. του ΟΗΕ. Συμφωνήθηκε επίσης να επιδιωχθεί η διάνοιξη και άλλων οδοφραγμάτων. Περαιτέρω, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να εξεταστούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Την 1η Ιουλίου 2008 οι δύο ηγέτες προέβησαν στην πρώτη ανασκόπηση του έργου των ομάδων εργασίας και των τεχνικών επιτροπών. Συζήτησαν επίσης τα θέματα της μιας κυριαρχίας και μιας υπηκοότητας για τα οποία συμφώνησαν, ως θέματα αρχής. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με την εφαρμογή τους θα συζητούνταν κατά τις απευθείας συνομιλίες. Σε νέα συνάντηση στις 25 Ιουλίου 2008 αποφασίστηκε η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων στις 3 Σεπτεμβρίου, 2008.

Στόχος της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν η εξεύρεση μίας λύσης «από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» στη βάση μίας συμφωνίας των δύο ηγετών που θα λάμβανε την έγκριση του λαού και η οποία θα διασφάλιζε όλα τα θεμελιώδη και νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Σε κοινές δηλώσεις τους, οι δύο ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ συμφώνησαν για μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα της ομόσπονδης Κύπρου. Θέλοντας να τονίσει την στήριξη του στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις ο Γ.Γ. του ΟΗΕ πραγματοποίησε τριμερή επίσκεψη στην Κύπρο στις αρχές του 2010. Στις 18 Απριλίου 2010 τον κ. Μεχμέτ Αλί Ταλάτ διαδέχεται στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ο κ. Ντερβίς Έρογλου. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης είχαν πολλές συναντήσεις μεταξύ τους χωρίς αποτέλεσμα μέχρι την 1η Ιουλίου 2012 όταν η Κύπρος ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας η τουρκική πλευρά αρνιόταν να προσέλθει σε συνομιλίες παρά τις εξαρχής διαβεβαιώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι δεν αποτελούσε εμπόδιο.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2014, πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα των Η.Ε. η πρώτη επίσημη συνάντηση του νέου Πρόεδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη και του κ. Ντερβίς Έρογλου, ηγέτη τον Τουρκοκυπρίων, η οποία έθεσε το πλαίσιο της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας και επαναβεβαίωσε τις βασικές αρχές της λύσης.

Η δρομολόγηση νέας διαδικασίας ουσιαστικών διαπραγματεύσεων ανανέωσε το διεθνές ενδιαφέρον, δημιουργώντας μια νέα θετική δυναμική για επίλυση του προβλήματος. Ακολούθησαν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων που οδήγησαν σε σημαντική πρόοδο με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2017 ο Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Αντόνιο Γκουτέρες να συγκαλέσει τη Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κρανς Μοντανά της Ελβετίας. Στην Διάσκεψη έλαβαν μέρος η Κυπριακή Δημοκρατία, η τουρκοκυπριακή πλευρά με τον νέο ηγέτη της (από το 2015) κ. Μουσταφά Ακιντζί, οι τρείς εγγυήτριες δυνάμεις Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και η Ε.Ε. ως παρατηρητής. Η Διάσκεψη κατέληξε σε αδιέξοδο λόγω της επιμονής της Τουρκίας για μόνιμη παρουσία στρατευμάτων στην Κύπρο και για διατήρηση των επεμβατικών της δικαιωμάτων.

Παρά την αρνητική αυτή εξέλιξη, η κυπριακή κυβέρνηση παρέμεινε αταλάντευτα προσηλωμένη στην επίτευξη λύσης του Κυπριακού μέσω συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παρά τη μη εποικοδομητική στάση της Τουρκίας, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ προχώρησε στον διορισμό της κυρίας Τζέην Χολ Λουτ ως Ειδικής Συμβούλου με στόχο την επανέναρξη διαδικασίας συνομιλιών. Διαδοχικοί γύροι επαφών οδήγησαν στη συνάντηση του Γ.Γ. του ΟΗΕ με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στις 25 Νοεμβρίου 2019 στο Βερολίνο κατά την οποία επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση για την επίτευξη λύσης βασισμένης σε μια διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.